σιάξιμο

σιάξιμο
σιάξιμο, το και σιάσιμο, το, -ατος
τακτοποίηση, εξομάλυνση, επιδιόρθωση: Το σπίτι θέλει σιάξιμο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • σιάξιμο — και σάξιμο και σιάσιμο, το, Ν [σιάζω / σιάχνω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σιάζω, η τοποθέτηση ενός πράγματος σε ευθεία γραμμή, ευθειασμός 2. συνεκδ. α) η τοποθέτηση ενός πράγματος στη σωστή του θέση, τακτοποίηση, διευθέτηση β) η… …   Dictionary of Greek

  • ίσασις — ἴσασις, ἡ (Μ) [ισάζω] επανόρθωση, σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σάξιμο — το, Ν βλ. σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιάση — η, Ν [σιάζω] το σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιάσμα — και σάσμα, το, Ν [σιάζω / σάζω] το σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιασμός — και σασμός, ο, Ν [σιάζω / σάζω] 1. το σιάξιμο 2. παροιμ. «σιασμός αγιασμός» δηλώνει ότι η συνδιαλλαγή, ο διάλογος είναι σε κάθε περίπτωση ευλογία Θεού …   Dictionary of Greek

  • επισκευή — η η επιδιόρθωση χαλασμένου πράγματος, το επιδιόρθωμα, το σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάξιμο — το βλ. σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάσμα — σάσμα, το και σιάσμα, το βλ. σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σβάρνα — η (λ. σλαβ.) 1. είδος γεωργικού εργαλείου που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο των σβόλων και το σιάξιμο του χωραφιού μετά το όργωμα. 2. φρ., «Τα παίρνω σβάρνα», παρασύρω και ρίχνω κάτω: Πήρε σβάρνα τις καρέκλες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”